Το έργο αφορά τη μετατροπή ενός ημιυπόγειου αποθηκευτικού χώρου σε ένα ευρύχωρο διαμέρισμα ενιαίας διάταξης, με άμεση πρόσβαση στον πίσω ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου. Ο υφιστάμενος χώρος χρησιμοποιούνταν στο παρελθόν για ελαφριά βιοτεχνική αποθήκευση και χαρακτηριζόταν από περιορισμένο φυσικό φωτισμό και έναν καθαρά λειτουργικό χαρακτήρα. Αντί να αποσιωπηθεί αυτή η προηγούμενη χρήση, η σχεδιαστική προσέγγιση επιδίωξε την επανερμηνεία της.
Η νέα διάταξη οργανώνει το διαμέρισμα ως μια συνεχόμενη ακολουθία χώρων, που περιλαμβάνει καθιστικό, τραπεζαρία, κουζίνα, χώρο εργασίας και υπνοδωμάτιο, μέσα σε ένα ευέλικτο και ανοιχτό σχέδιο. Η σχέση με τον πίσω υπαίθριο χώρο ενισχύθηκε, ώστε το φως και η επαφή με το εξωτερικό να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής κατοίκησης. Παράλληλα, η υψομετρική διαφορά μεταξύ του διαμερίσματος και του δρόμου αξιοποιήθηκε για τη δημιουργία κρυφών αποθηκευτικών χώρων στην περιοχή της εισόδου, ενισχύοντας τη λειτουργικότητα χωρίς να επιβαρύνεται η καθαρότητα του χώρου.
Η υλική παλέτα αντλεί αναφορές από την προηγούμενη χρήση του χώρου. Το υφιστάμενο μωσαϊκό δάπεδο διατηρήθηκε και γυαλίστηκε, λειτουργώντας ως ενιαίο υπόβαθρο σε όλο το διαμέρισμα. Οι μεγάλες δοκοί και τα φέροντα στοιχεία από εμφανές σκυρόδεμα παρέμειναν ορατά, διατηρώντας την υλικότητα και τον βιομηχανικό χαρακτήρα του χώρου. Τα ειδικά σχεδιασμένα έπιπλα με ελαφριά μεταλλικά πλαίσια δημιουργούν μια αντίστιξη με τη βαρύτητα του σκυροδέματος, ενισχύοντας τον διάλογο ανάμεσα στο παλιό και το νέο. Το έργο μετασχηματίζει έναν υπο-αξιοποιημένο χώρο σε ένα στιβαρό αλλά άνετο περιβάλλον κατοίκησης, όπου η μνήμη των υλικών συνυπάρχει με τη σύγχρονη χρήση.